δέξις

δέξις, εως, ,
A reception, E.IA1182.
II δεξίς, part of the liver observed in divination, Hsch.

Greek-English dictionary (Αγγλικά Ελληνικά-λεξικό). 2014.

Look at other dictionaries:

  • δέξις — ( έως), η (Α) [δέχομαι] η υποδοχή …   Dictionary of Greek

  • δεξίς — δεξίς, η (Α) το μέρος τού ήπατος που εξέταζαν οι μάντεις …   Dictionary of Greek

  • δέξις — δέξῑς , δέξις reception fem acc pl (epic doric ionic aeolic) δέξις reception fem nom sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέξει — δέξις reception fem nom/voc/acc dual (attic epic) δέξεϊ , δέξις reception fem dat sg (epic) δέξις reception fem dat sg (attic ionic) δέχομαι take fut ind mid 2nd sg δείκνυμι bring to light aor subj act 3rd sg (epic ionic) δείκνυμι bring to light… …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δεξίων — δέξις reception fem gen pl (epic doric ionic aeolic) δείκνυμι bring to light fut part act masc nom sg (doric ionic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέξη — δέξις reception fem nom/voc/acc dual (doric aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέξηι — δέξις reception fem dat sg (epic) δέξῃ , δέχομαι take aor subj mid 2nd sg δέξῃ , δέχομαι take fut ind mid 2nd sg δέξῃ , δείκνυμι bring to light aor subj mid 2nd sg (ionic) δέξῃ , δείκνυμι bring to light aor subj act 3rd sg (ionic) δέξῃ , δείκνυμι …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέξιν — δέξις reception fem acc sg …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέξιος — δέξις reception fem gen sg (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέξι' — δέξιι , δέξις reception fem dat sg (epic doric ionic aeolic) δέξιε , δέξις reception fem nom/voc/acc dual (epic doric ionic aeolic) …   Greek morphological index (Ελληνική μορφολογικούς δείκτες)

  • δέχομαι — (AM δέχομαι Α και δέχνυμαι και δέκομαι) 1. παραλαμβάνω κάτι, παίρνω κάτι που μού προσφέρεται ή μού αποστέλλεται 2. συγκεντρώνω, μαζεύω, χωράει μέσα μου («η φιάλη δεν τό δέχτηκε όλο το νερό», «ὀπὸν κάδοις δέχομαι») 3. ανέχομαι, υπομένω («δεν… …   Dictionary of Greek

Share the article and excerpts

Direct link
Do a right-click on the link above
and select “Copy Link”

We are using cookies for the best presentation of our site. Continuing to use this site, you agree with this.